μουμιοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μουμιοποιώ, η μετατροπή ενός νεκρού σώματος σε μούμια με τεχνητό τρόπο ή από φυσικά αίτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουμιοποίηση < μουμιοποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουμιοποίηση | μουμιοποιήσεις |
| Γενική | μουμιοποίησης | μουμιοποιήσεων |
| Αιτιατική | μουμιοποίηση | μουμιοποιήσεις |
| Κλητική | μουμιοποίηση | μουμιοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →