Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουνάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικόμουνί Βικιλεξικό
  2. χυδαίοπολύ όμορφη κοπέλα ή νεαρή γυναίκα, που διεγείρει έντονα την ερωτική επιθυμία Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάάτιμος άνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουνάκι < υποκοριστικό της λέξης μουνί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουνάκιμουνάκια
Γενική——
Αιτιατικήμουνάκιμουνάκια
Κλητικήμουνάκιμουνάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →