μουνάκιας
•
- χυδαίοο γυναικάς, αυτός που του αρέσει να φλερτάρει με όποια γυναίκα βρεθεί μπροστά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουνάκιας < μουνί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουνάκιας | μουνάκηδες |
| Γενική | μουνάκια | μουνάκηδων |
| Αιτιατική | μουνάκια | μουνάκηδες |
| Κλητική | μουνάκια | μουνάκηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →