Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουνίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χυδαίονεαρή ελκυστική γυναίκα Βικιλεξικό
  2. ειρωνικόάνθρωπος πονηρός και ύπουλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουνίτσα < υποκοριστικό του ουσιαστικού μουνί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουνίτσαμουνίτσες
Γενικήμουνίτσας—
Αιτιατικήμουνίτσαμουνίτσες
Κλητικήμουνίτσαμουνίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →