μουνουχίζω
•
- λαϊκότροποευνουχίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουνουχίζω < μουνούχος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουνουχίζω | μουνουχίζεις | μουνουχίζει | μουνουχίζουμε | μουνουχίζετε | μουνουχίζουν / μουνουχίζουνε |
| Παρατατικός | μουνούχιζα | μουνούχιζες | μουνούχιζε | μουνουχίζαμε | μουνουχίζατε | μουνουχίζαν / μουνουχίζανε / μουνούχιζαν |
| Αόριστος | μουνούχισα | μουνούχισες | μουνούχισε | μουνουχίσαμε | μουνουχίσατε | μουνουχίσαν / μουνουχίσανε / μουνούχισαν |
| Μέλλοντας | θα μουνουχίζω / θα μουνουχίσω | θα μουνουχίζεις / θα μουνουχίσεις | θα μουνουχίζει / θα μουνουχίσει | θα μουνουχίζουμε / θα μουνουχίσουμε | θα μουνουχίζετε / θα μουνουχίσετε | θα μουνουχίζουν / θα μουνουχίζουνε / θα μουνουχίσουν / θα μουνουχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μουνουχίσει | έχεις μουνουχίσει | έχει μουνουχίσει | έχουμε μουνουχίσει | έχετε μουνουχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουνουχίσει | είχες μουνουχίσει | είχε μουνουχίσει | είχαμε μουνουχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουνουχίσει / να μουνουχίζω / να μουνουχίσω | να έχεις μουνουχίσει / να μουνουχίζεις / να μουνουχίσεις | να έχει μουνουχίσει / να μουνουχίζει / να μουνουχίσει | να έχουμε μουνουχίσει / να μουνουχίζουμε / να μουνουχίσουμε | να έχετε μουνουχίσει / να μουνουχίζετε / να μουνουχίσετε | να μουνουχίζουν / να μουνουχίζουνε / να μουνουχίσουν / να μουνουχίσουνε |
| Προστακτική | — | μουνούχιζε / μουνούχισε | — | — | μουνουχίζετε / μουνουχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →