Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουνοχύσιμο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χυδαίοεξαγωγή διαφόρων υγρών από το αιδοίο κατά τη διάρκεια συνουσίας ή άσχετα μ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουνοχύσιμο < μουνί + -ο- + χύσιμο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουνοχύσιμομουνοχυσίματα
Γενικήμουνοχυσίματοςμουνοχυσιμάτων
Αιτιατικήμουνοχύσιμομουνοχυσίματα
Κλητικήμουνοχύσιμομουνοχυσίματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →