μουνοχύσιμο
•
- χυδαίοεξαγωγή διαφόρων υγρών από το αιδοίο κατά τη διάρκεια συνουσίας ή άσχετα μ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουνοχύσιμο < μουνί + -ο- + χύσιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουνοχύσιμο | μουνοχυσίματα |
| Γενική | μουνοχυσίματος | μουνοχυσιμάτων |
| Αιτιατική | μουνοχύσιμο | μουνοχυσίματα |
| Κλητική | μουνοχύσιμο | μουνοχυσίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →