Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουντζούρης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. είδος παιδικού παιχνιδιού με χαρτιά της τράπουλας στο οποίο όποιος χάσει (συνήθως όποιος μείνει τελευταίος με χαρτί στο χέρι) πρέπει να μουντζουρωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουντζούρης < μουντζούρα + -ης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουντζούρηςμουντζούρηδες
Γενικήμουντζούρημουντζούρηδων
Αιτιατικήμουντζούρημουντζούρηδες
Κλητικήμουντζούρημουντζούρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μουντζούρης

επίθετο
•
  1. που έχει μουντζουρωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουντζούρης < μουντζούρα + -ης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουντζούρηςμουντζούρηςμουντζούρης
Γενικήμουντζούρημουντζούρημουντζούρη
Αιτιατικήμουντζούρημουντζούρημουντζούρη
Κλητικήμουντζούρημουντζούρημουντζούρη

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουντζούρηδεςμουντζούρηδεςμουντζούρηδες
Γενικήμουντζούρηδωνμουντζούρηδωνμουντζούρηδων
Αιτιατικήμουντζούρηδεςμουντζούρηδεςμουντζούρηδες
Κλητικήμουντζούρηδεςμουντζούρηδεςμουντζούρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →