μουντζούρης
•
- είδος παιδικού παιχνιδιού με χαρτιά της τράπουλας στο οποίο όποιος χάσει (συνήθως όποιος μείνει τελευταίος με χαρτί στο χέρι) πρέπει να μουντζουρωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουντζούρης < μουντζούρα + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουντζούρης | μουντζούρηδες |
| Γενική | μουντζούρη | μουντζούρηδων |
| Αιτιατική | μουντζούρη | μουντζούρηδες |
| Κλητική | μουντζούρη | μουντζούρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →