Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουντιαλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αθλητισμόςπου έχει σχέση με το μουντιάλ ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουντιαλικός < μουντιάλ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουντιαλικόςμουντιαλικήμουντιαλικό
Γενικήμουντιαλικούμουντιαλικήςμουντιαλικού
Αιτιατικήμουντιαλικόμουντιαλικήμουντιαλικό
Κλητικήμουντιαλικέμουντιαλικήμουντιαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουντιαλικοίμουντιαλικέςμουντιαλικά
Γενικήμουντιαλικώνμουντιαλικώνμουντιαλικών
Αιτιατικήμουντιαλικούςμουντιαλικέςμουντιαλικά
Κλητικήμουντιαλικοίμουντιαλικέςμουντιαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →