μουντιαλικός
•
- αθλητισμόςπου έχει σχέση με το μουντιάλ ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουντιαλικός < μουντιάλ + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μουντιαλικός | μουντιαλική | μουντιαλικό |
| Γενική | μουντιαλικού | μουντιαλικής | μουντιαλικού |
| Αιτιατική | μουντιαλικό | μουντιαλική | μουντιαλικό |
| Κλητική | μουντιαλικέ | μουντιαλική | μουντιαλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μουντιαλικοί | μουντιαλικές | μουντιαλικά |
| Γενική | μουντιαλικών | μουντιαλικών | μουντιαλικών |
| Αιτιατική | μουντιαλικούς | μουντιαλικές | μουντιαλικά |
| Κλητική | μουντιαλικοί | μουντιαλικές | μουντιαλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →