μουντός
•
- σκοτεινός, που δεν έχει φωτεινότητα, λάμψη Βικιλεξικό
- Η μπουγάδα είχε τελειώσει, τα ρούχα ήταν απλωμένα στην ταράτσα, ο καιρός μουντός αλλά τουλάχιστον δεν έβρεχε (Ευγενία Φακίνου, Στο αυτί της αλεπούς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)
- στη σελίδα αυτή ξεχώριζε ένας φαρδύς μουντός λεκές από αίμα (Πηνελόπη Δέλτα, Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, 1911)
- Ο ήλιος φέγγριζε μουντός πίσω από ανάρια σύννεφα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
Ετυμολογία
μουντός < αρχαία ελληνικά μυνδός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μουντός | μουντή | μουντό |
| Γενική | μουντού | μουντής | μουντού |
| Αιτιατική | μουντό | μουντή | μουντό |
| Κλητική | μουντέ | μουντή | μουντό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μουντοί | μουντές | μουντά |
| Γενική | μουντών | μουντών | μουντών |
| Αιτιατική | μουντούς | μουντές | μουντά |
| Κλητική | μουντοί | μουντές | μουντά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →