μουνόπανο
•
- χυδαίοπανί που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της περιόδου· (κατ’ επέκταση) η σερβιέτα Βικιλεξικό
- μεταφορικάυβριστικός χαρακτηρισμός, συνώνυμο του καθίκι, βρομιάρης, κάθαρμα, τιποτένιος κ.τ.π. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουνόπανο < μουν(ί) + -ό- + παν(ί) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουνόπανο | μουνόπανα |
| Γενική | μουνόπανου | μουνόπανων |
| Αιτιατική | μουνόπανο | μουνόπανα |
| Κλητική | μουνόπανο | μουνόπανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →