Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουνόπανο

/muˈno.pa.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χυδαίοπανί που παλαιότερα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες κατά τη διάρκεια της περιόδου· (κατ’ επέκταση) η σερβιέτα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάυβριστικός χαρακτηρισμός, συνώνυμο του καθίκι, βρομιάρης, κάθαρμα, τιποτένιος κ.τ.π. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουνόπανο < μουν(ί) + -ό- + παν(ί) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουνόπανομουνόπανα
Γενικήμουνόπανουμουνόπανων
Αιτιατικήμουνόπανομουνόπανα
Κλητικήμουνόπανομουνόπανα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →