μουνόψειρα
•
- είδος ψείρας (συνήθως από συκιά κατά το καλοκαίρι) που στο ανθρώπινο σώμα εγκρίνει ως στέγη μόνο τον βουβωνικό χώρο & κυρίως τα γεννητικά όργανα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουνόψειρα < μουν(ί) + -ό- + ψείρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουνόψειρα | μουνόψειρες |
| Γενική | μουνόψειρας | μουνόψειρων |
| Αιτιατική | μουνόψειρα | μουνόψειρες |
| Κλητική | μουνόψειρα | μουνόψειρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →