μουράγιο
•
- ναυτικός όροςη προκυμαία Βικιλεξικό
- Κάτω στον Πειραιά στο μουράγιο είπα να σκοτωθώ μα τον άγιο, μα έκανα υπομονή και κουράγιο κι ήρθα κρυφά τον παλιό μου καημό να σου 'πώ. (τραγούδι «Μάτια βουρκωμένα», στίχοι Νίκος Γκάτσος)
Ετυμολογία
μουράγιο < (άμεσο δάνειο) βενετική muragia
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουράγιο | μουράγια |
| Γενική | μουράγιου | μουράγιων |
| Αιτιατική | μουράγιο | μουράγια |
| Κλητική | μουράγιο | μουράγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →