Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουράγιο

/muˈɾa.ʝo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςη προκυμαία Βικιλεξικό
    • Κάτω στον Πειραιά στο μουράγιο είπα να σκοτωθώ μα τον άγιο, μα έκανα υπομονή και κουράγιο κι ήρθα κρυφά τον παλιό μου καημό να σου 'πώ. (τραγούδι «Μάτια βουρκωμένα», στίχοι Νίκος Γκάτσος)

Ετυμολογία

μουράγιο < (άμεσο δάνειο) βενετική muragia

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουράγιομουράγια
Γενικήμουράγιουμουράγιων
Αιτιατικήμουράγιομουράγια
Κλητικήμουράγιομουράγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →