μουριά
•
- δέντροφυλλοβόλο δέντρο του γένους Morus, με καρδιοειδή οδοντωτά φύλλα και που παράγει σύνθετους καρπούς με βαθύ κόκκινο έως μαύρο χρώμα (τα μούρα) Βικιλεξικό
- Οι μουριές είναι τραγωδία τώρα το χειμώνα, δεν υπάρχει δέντρο με πιο άχαρα γυμνά κλωνιά.
Ετυμολογία
μουριά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουριά < μουρέα < ελληνιστική κοινή μορέα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουριά | μουριές |
| Γενική | μουριάς | μουριών |
| Αιτιατική | μουριά | μουριές |
| Κλητική | μουριά | μουριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →