μουρλέγκω
•
- οικείοσυνώνυμο του τρελέγκω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουρλέγκω < μουρλαίγκω με απλογράφηση < μουρλαίν(ω) + -κω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουρλέγκω | μουρλέγκες |
| Γενική | μουρλέγκως | μουρλέγκων |
| Αιτιατική | μουρλέγκω | μουρλέγκες |
| Κλητική | μουρλέγκω | μουρλέγκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →