μουρμουρίζω
•
- μιλώ σιγά και ακούγομαι με δυσκολία Βικιλεξικό
- λέω σιγανά κάτι που δεν έχει νόημα Βικιλεξικό
- παραπονιέμαι χαμηλόφωνα Βικιλεξικό
- ακούγομαι σαν μουρμουρητό Βικιλεξικό
- 20ός αιώνας, ⌘ Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί, Πρώτα ποιήματα, Του Αιγαίου, στίχ. 44 (44-48).
Ετυμολογία
μουρμουρίζω < μεσαιωνική ελληνική μουρμουρίζω < (ελληνιστική κοινή)(;) μορμυρίζω < αρχαία ελληνική μορμύρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →