Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουρτζούφλης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο περιφρονημένος, ο προπηλακισμένος, που τον έχουν μουρτζουφλήσει Βικιλεξικό
  2. ο μελαγχολικός και απομονωμένος Βικιλεξικό
  3. άκεφος, κατσούφης, σκυθρωπός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουρτζούφλης < μεσαιωνική ελληνική μούτζουφλος και μουρτζουφλός και μούρτζουφλος < μουτζότυφλος (μούτζα και τύφλα) ή κατ' άλλη εκδοχή μούτζα και "βολῶ" ή τρίτη εκδοχή από τα λατινικά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουρτζούφληςμουρτζούφληδες
Γενικήμουρτζούφλημουρτζούφληδων
Αιτιατικήμουρτζούφλημουρτζούφληδες
Κλητικήμουρτζούφλημουρτζούφληδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →