Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουσίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεταφορικάκατεργάρης Βικιλεξικό
    • Άσε κι εκείνη τη μπηχτή για τους βασιλείς, νομίζει η μουσίτσα ότι δεν κατάλαβα που το πάει, στο λαιμό της κάθεται η βασιλική οικογένεια, κι αυτηνής και του παπά, ξέρω εγώ, κι ας μην το λένε ξεκάθαρα (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011
  2. προσφώνησηπροσφώνηση ομορφούλας, λεπτοκαμωμένης και κατεργάρας γυναίκας Βικιλεξικό
  3. έντομοείδος μικρού εντόμου Βικιλεξικό
  4. έντομοσκνίπα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουσίτσα < (άμεσο δάνειο) σλαβικής προέλευσης му̀шица (mùšica, μυγούλα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουσίτσαμουσίτσες
Γενικήμουσίτσας—
Αιτιατικήμουσίτσαμουσίτσες
Κλητικήμουσίτσαμουσίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →