μουσίτσα
•
- μεταφορικάκατεργάρης Βικιλεξικό
- Άσε κι εκείνη τη μπηχτή για τους βασιλείς, νομίζει η μουσίτσα ότι δεν κατάλαβα που το πάει, στο λαιμό της κάθεται η βασιλική οικογένεια, κι αυτηνής και του παπά, ξέρω εγώ, κι ας μην το λένε ξεκάθαρα (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011
- προσφώνησηπροσφώνηση ομορφούλας, λεπτοκαμωμένης και κατεργάρας γυναίκας Βικιλεξικό
- έντομοείδος μικρού εντόμου Βικιλεξικό
- έντομοσκνίπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσίτσα < (άμεσο δάνειο) σλαβικής προέλευσης му̀шица (mùšica, μυγούλα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουσίτσα | μουσίτσες |
| Γενική | μουσίτσας | — |
| Αιτιατική | μουσίτσα | μουσίτσες |
| Κλητική | μουσίτσα | μουσίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →