Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουσειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με μουσείο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου έχει οπισθοδρομικές ή συντηρητικές απόψεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουσειακός < μουσείο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσειακόςμουσειακήμουσειακό
Γενικήμουσειακούμουσειακήςμουσειακού
Αιτιατικήμουσειακόμουσειακήμουσειακό
Κλητικήμουσειακέμουσειακήμουσειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσειακοίμουσειακέςμουσειακά
Γενικήμουσειακώνμουσειακώνμουσειακών
Αιτιατικήμουσειακούςμουσειακέςμουσειακά
Κλητικήμουσειακοίμουσειακέςμουσειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →