Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουσικοκριτικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπου κρίνει (κατ’ επάγγελμα) μουσικά έργα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουσικοκριτικός < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου μουσικοκριτικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουσικοκριτική / μουσικοκριτικός / μουσικοκριτικόμουσικοκριτικές / μουσικοκριτικοί / μουσικοκριτικά
Γενικήμουσικοκριτικής / μουσικοκριτικού / μουσικοκριτικούμουσικοκριτικών / μουσικοκριτικών / μουσικοκριτικών
Αιτιατικήμουσικοκριτική / μουσικοκριτικό / μουσικοκριτικόμουσικοκριτικές / μουσικοκριτικούς / μουσικοκριτικά
Κλητικήμουσικοκριτική / μουσικοκριτικέ / μουσικοκριτικόμουσικοκριτικές / μουσικοκριτικοί / μουσικοκριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μουσικοκριτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κριτική μουσικών έργων ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένομουσικοκριτική Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένομουσικοκριτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουσικοκριτικός < μουσικο- + κριτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσικοκριτικόςμουσικοκριτικήμουσικοκριτικό
Γενικήμουσικοκριτικούμουσικοκριτικήςμουσικοκριτικού
Αιτιατικήμουσικοκριτικόμουσικοκριτικήμουσικοκριτικό
Κλητικήμουσικοκριτικέμουσικοκριτικήμουσικοκριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσικοκριτικοίμουσικοκριτικέςμουσικοκριτικά
Γενικήμουσικοκριτικώνμουσικοκριτικώνμουσικοκριτικών
Αιτιατικήμουσικοκριτικούςμουσικοκριτικέςμουσικοκριτικά
Κλητικήμουσικοκριτικοίμουσικοκριτικέςμουσικοκριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →