μουσικοκριτικός
•
- επάγγελμαπου κρίνει (κατ’ επάγγελμα) μουσικά έργα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσικοκριτικός < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου μουσικοκριτικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουσικοκριτική / μουσικοκριτικός / μουσικοκριτικό | μουσικοκριτικές / μουσικοκριτικοί / μουσικοκριτικά |
| Γενική | μουσικοκριτικής / μουσικοκριτικού / μουσικοκριτικού | μουσικοκριτικών / μουσικοκριτικών / μουσικοκριτικών |
| Αιτιατική | μουσικοκριτική / μουσικοκριτικό / μουσικοκριτικό | μουσικοκριτικές / μουσικοκριτικούς / μουσικοκριτικά |
| Κλητική | μουσικοκριτική / μουσικοκριτικέ / μουσικοκριτικό | μουσικοκριτικές / μουσικοκριτικοί / μουσικοκριτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →