Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουσικολαογραφικός

/mu.si.ko.la.o.ɣɾa.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά τη μουσική και τη λαογραφία Βικιλεξικό
    • Η έλλειψη τεχνικών υποδομών - όπως οι συσκευές ηχογράφησης - και θεωρητικού υπόβαθρου - όπως η μεθοδολογία επιτόπιας έρευνας - χαρακτήριζαν περιστασιακά μια μεγάλη χρονική περίοδο που αφορούσε στη μουσικολαογραφική και εθνομουσικολογική έρευνα γύρω από το ελληνικό δημοτικό τραγούδι.
    • Αντίθετα, η καταχώριση ενός γεωγραφικού προσδιορισμού ως αναγκαίο κομμάτι του περιβάλλοντος τεκμηρίωσης για μία ηχογράφηση, ή οι χωρικές αναφορές ως στοιχεία μουσικολαογραφικών ή ιστορικών ερευνών, είναι πολύ χρήσιμα.
    • Ένα ακόμη ραντεβού με όσους αγαπούν την μουσικολαογραφική παράδοση της Θράκης, δίνει το Σάββατο στο Δημοτικό Θέατρο της Αλεξανδρούπολης, το ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΥΣΙΚΟΛΑΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ «ΧΡΟΝΗΣ ΑΗΔΟΝΙΔΗΣ».

Ετυμολογία

μουσικολαογραφικός < μουσικο- + λαογραφικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσικολαογραφικόςμουσικολαογραφικήμουσικολαογραφικό
Γενικήμουσικολαογραφικούμουσικολαογραφικήςμουσικολαογραφικού
Αιτιατικήμουσικολαογραφικόμουσικολαογραφικήμουσικολαογραφικό
Κλητικήμουσικολαογραφικέμουσικολαογραφικήμουσικολαογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσικολαογραφικοίμουσικολαογραφικέςμουσικολαογραφικά
Γενικήμουσικολαογραφικώνμουσικολαογραφικώνμουσικολαογραφικών
Αιτιατικήμουσικολαογραφικούςμουσικολαογραφικέςμουσικολαογραφικά
Κλητικήμουσικολαογραφικοίμουσικολαογραφικέςμουσικολαογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →