Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουσικοχορευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μουσική και το χορό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουσικοχορευτικός < μουσικο- + χορευτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσικοχορευτικόςμουσικοχορευτικήμουσικοχορευτικό
Γενικήμουσικοχορευτικούμουσικοχορευτικήςμουσικοχορευτικού
Αιτιατικήμουσικοχορευτικόμουσικοχορευτικήμουσικοχορευτικό
Κλητικήμουσικοχορευτικέμουσικοχορευτικήμουσικοχορευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμουσικοχορευτικοίμουσικοχορευτικέςμουσικοχορευτικά
Γενικήμουσικοχορευτικώνμουσικοχορευτικώνμουσικοχορευτικών
Αιτιατικήμουσικοχορευτικούςμουσικοχορευτικέςμουσικοχορευτικά
Κλητικήμουσικοχορευτικοίμουσικοχορευτικέςμουσικοχορευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →