μουσικοχορευτικός
•
- που έχει σχέση με τη μουσική και το χορό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσικοχορευτικός < μουσικο- + χορευτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μουσικοχορευτικός | μουσικοχορευτική | μουσικοχορευτικό |
| Γενική | μουσικοχορευτικού | μουσικοχορευτικής | μουσικοχορευτικού |
| Αιτιατική | μουσικοχορευτικό | μουσικοχορευτική | μουσικοχορευτικό |
| Κλητική | μουσικοχορευτικέ | μουσικοχορευτική | μουσικοχορευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μουσικοχορευτικοί | μουσικοχορευτικές | μουσικοχορευτικά |
| Γενική | μουσικοχορευτικών | μουσικοχορευτικών | μουσικοχορευτικών |
| Αιτιατική | μουσικοχορευτικούς | μουσικοχορευτικές | μουσικοχορευτικά |
| Κλητική | μουσικοχορευτικοί | μουσικοχορευτικές | μουσικοχορευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →