μουσικότητα
•
- η ιδιότητα του μουσικού, του μελωδικού, του αρμονικού Βικιλεξικό
- η μουσική αντίληψη και αντιληπτικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσικότητα < μουσική + -ότητα ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική musicalité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουσικότητα | μουσικότητες |
| Γενική | μουσικότητας | μουσικοτήτων |
| Αιτιατική | μουσικότητα | μουσικότητες |
| Κλητική | μουσικότητα | μουσικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →