μουσουργώ
•
- είμαι μουσουργός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσουργώ < ελληνιστική κοινή μουσουργέω < αρχαία ελληνική μουσουργός < Μοῦσα / μοῦσα + ἔργον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουσουργώ | μουσουργείς | μουσουργεί | μουσουργούμε | μουσουργείτε | μουσουργούν / μουσουργούνε |
| Παρατατικός | μουσουργούσα | μουσουργούσες | μουσουργούσε | μουσουργούσαμε | μουσουργούσατε | μουσουργούσαν / μουσουργούσανε |
| Αόριστος | μουσούργησα | μουσούργησες | μουσούργησε | μουσουργήσαμε | μουσουργήσατε | μουσουργήσαν / μουσουργήσανε / μουσούργησαν |
| Μέλλοντας | θα μουσουργήσω / θα μουσουργώ | θα μουσουργήσεις / θα μουσουργείς | θα μουσουργήσει / θα μουσουργεί | θα μουσουργήσουμε / θα μουσουργούμε | θα μουσουργήσετε / θα μουσουργείτε | θα μουσουργήσουν / θα μουσουργήσουνε / θα μουσουργούν / θα μουσουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω μουσουργήσει | έχεις μουσουργήσει | έχει μουσουργήσει | έχουμε μουσουργήσει | έχετε μουσουργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουσουργήσει | είχες μουσουργήσει | είχε μουσουργήσει | είχαμε μουσουργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουσουργήσει / να μουσουργήσω / να μουσουργώ | να έχεις μουσουργήσει / να μουσουργήσεις / να μουσουργείς | να έχει μουσουργήσει / να μουσουργήσει / να μουσουργεί | να έχουμε μουσουργήσει / να μουσουργήσουμε / να μουσουργούμε | να έχετε μουσουργήσει / να μουσουργήσετε / να μουσουργείτε | να μουσουργήσουν / να μουσουργήσουνε / να μουσουργούν / να μουσουργούνε |
| Προστακτική | — | μουσούργει / μουσούργησε | — | — | μουσουργήστε / μουσουργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →