μουσούδα
•
- το ρύγχος των ζώων Βικιλεξικό
- Στο μεταξύ είχα πλησιάσει το άλογο και πήγαινα να το πιάσω από το χαλινάρι. Εκείνο όμως αντέδρασε και έκανε ένα βήμα πίσω. ... «Santa Madonna! τι κάνεις εκεί;» φώναξε ο άγνωστος, λες και έπρεπε να γνώριζα από άλογα. «Χάιδεψέ του πρώτα τη μουσούδα για να το ηρεμήσεις» (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ένας χρόνος στην Τοσκάνη, AA Publishing, 2015, σελίδα xv)
- ειρωνικότο πρόσωπο του ανθρώπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσούδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουσοῦδα < μουσοῦδιν, υποκοριστικό από την ιταλική muso + -ούδα. Συγχρονικά αναλύεται σε μουσούδ(ι) + -α, παραβάλετε χέρα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουσούδα | μουσούδες |
| Γενική | μουσούδας | — |
| Αιτιατική | μουσούδα | μουσούδες |
| Κλητική | μουσούδα | μουσούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →