Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουσταλευριά

/mu.sta.le.vɾiˈa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλυκόπαραδοσιακό ελληνικό γλύκισμα που έχει ως κύριο συστατικό του τον μούστο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουσταλευριά < μούστ(ος) + αλευριά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουσταλευριάμουσταλευριές
Γενικήμουσταλευριάςμουσταλευριών
Αιτιατικήμουσταλευριάμουσταλευριές
Κλητικήμουσταλευριάμουσταλευριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →