μουστόπιτα
•
- γαστρονομίαη μουσταλευριά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουστόπιτα < μούστ(ος) + -ό- + πίτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουστόπιτα | μουστόπιτες |
| Γενική | μουστόπιτας | μουστοπιτών |
| Αιτιατική | μουστόπιτα | μουστόπιτες |
| Κλητική | μουστόπιτα | μουστόπιτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →