μουσώνας
•
- άνεμοςισχυρός εποχικός άνεμος που πνέει κυρίως στον Ινδικό Ωκεανό και στη νότια Σινική θάλασσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουσώνας < (λόγιο δάνειο) γαλλική mousson < πορτογαλική monção < αραβική موسم (mausim, εποχή του έτους) < ρίζα و س م (w-s-m)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουσώνας | μουσώνες |
| Γενική | μουσώνα | μουσώνων |
| Αιτιατική | μουσώνα | μουσώνες |
| Κλητική | μουσώνα | μουσώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →