μουτάφης
•
- παρωχημένοσχοινοποιός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουτάφης < (άμεσο δάνειο) τουρκική mutaf < περσική مو تاب (mū-tāb)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουτάφης | μουτάφηδες |
| Γενική | μουτάφη | μουτάφηδων |
| Αιτιατική | μουτάφη | μουτάφηδες |
| Κλητική | μουτάφη | μουτάφηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →