Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουφτής

/muˈftis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ισλαμισμόςιερατικός βαθμός του Ισλάμ (ειδικότερα του σουνιτικού κλάδου), ο οποίος είναι υπεύθυνος για την ερμηνεία και την απόδοση των νόμων και των κανόνων του Κορανίου Βικιλεξικό
    • Απειλές εναντίον της ζωής του αλλά και της οικογένειάς του αντιμετωπίζει ο αρχισυντάκτης μιας μαροκινής εφημερίδας, επειδή τόλμησε να κάνει δηλώσεις υπέρ των προγαμιαίων σχέσεων κατά τη διάρκεια ζωντανής εκπομπής σε τοπικό τηλεοπτικό δίκτυο. «Αμέσως μετά τις δηλώσεις μου ένας μουφτής στην Ούτζντα εξέδωσε φετφά για τη δολοφονία μου», δηλώνει ο δημοσιογράφος Μοκτάρ ελ – Γκζιούι. (εφ. Το Βήμα, 09.08.2012)

Ετυμολογία

μουφτής < (άμεσο δάνειο) τουρκική müftü < αραβική مفت (muftin)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουφτήςμουφτήδες
Γενικήμουφτήμουφτήδων
Αιτιατικήμουφτήμουφτήδες
Κλητικήμουφτήμουφτήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →