μουχρώνει
•
- απρόσωπο ρήμαβραδιάζει, σκοτεινιάζει, σουρουπώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουχρώνει < γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος μουχρώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μουχρώνει < γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα του ρήματος μουχρώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →