μοχλεύω
•
- λόγιοανακατεύω, ανακινώ (μεταφορικά: σκαλίζω) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοχλεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μοχλεύω < μοχλός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μοχλεύω | μοχλεύεις | μοχλεύει | μοχλεύουμε | μοχλεύετε | μοχλεύουν / μοχλεύουνε |
| Παρατατικός | μόχλευα | μόχλευες | μόχλευε | μοχλεύαμε | μοχλεύατε | μοχλεύαν / μοχλεύανε / μόχλευαν |
| Αόριστος | μόχλευσα | μόχλευσες | μόχλευσε | μοχλεύσαμε | μοχλεύσατε | μοχλεύσαν / μοχλεύσανε / μόχλευσαν |
| Μέλλοντας | θα μοχλεύσω / θα μοχλεύω | θα μοχλεύεις / θα μοχλεύσεις | θα μοχλεύει / θα μοχλεύσει | θα μοχλεύουμε / θα μοχλεύσουμε | θα μοχλεύετε / θα μοχλεύσετε | θα μοχλεύουν / θα μοχλεύουνε / θα μοχλεύσουν / θα μοχλεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μοχλεύσει | έχεις μοχλεύσει | έχει μοχλεύσει | έχουμε μοχλεύσει | έχετε μοχλεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μοχλεύσει | είχες μοχλεύσει | είχε μοχλεύσει | είχαμε μοχλεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μοχλεύσει / να μοχλεύσω / να μοχλεύω | να έχεις μοχλεύσει / να μοχλεύεις / να μοχλεύσεις | να έχει μοχλεύσει / να μοχλεύει / να μοχλεύσει | να έχουμε μοχλεύσει / να μοχλεύουμε / να μοχλεύσουμε | να έχετε μοχλεύσει / να μοχλεύετε / να μοχλεύσετε | να μοχλεύουν / να μοχλεύουνε / να μοχλεύσουν / να μοχλεύσουνε |
| Προστακτική | — | μόχλευε / μόχλευσε | — | — | μοχλεύετε / μοχλεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →