μούλικο
•
- μειωτικόμπάσταρδο, νόθο παιδί Βικιλεξικό
- Δόξα τώ θεώ, η τσούλα του ἔχει παρά μέ οὐρά , φτιάξανε κι ἕνα μούλικο -τό ξέρεις- καί μένουνε στό Ψυχικό μέ τούς ἀριστοκράτες. (Χρήστος Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί, σελ. 220, 1993)
Ετυμολογία
μούλικο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούλικο | μούλικα |
| Γενική | μούλικου | μούλικων |
| Αιτιατική | μούλικο | μούλικα |
| Κλητική | μούλικο | μούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →