μούντζωμα
•
- το αποτέλεσμα του μουντζώνω, το φασκέλωμα Βικιλεξικό
- Ὁ διά τῆς κινήσεως τῆς παλάμης κατά πρόσωπόν τινος ἐξευτελισμός αὐτοῦ εἴτε ἐξ ἀγανακτήσεως, εἴτε πρός ἀνάγωγον ἀστειότητα καλεῖται καί μούντζωμα (ἐν Μακεδονία, Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ) καὶ φασκέλωμα ἀλλαχοῦ. Ιωάννης Τσικοπούλης, Μελέτη περί λεξικού της καθ' ημάς δημοτικής γλώσσας, 1892, σελ. 28
- το μούντζωμα δὲν τὸ ἔχει διὰ τίποτε ὁ πρίγκηψ · μουντζώνει συχνότατα, ἰδίως τοὺς ὑπασπιστάς του καὶ τὸν ἀδελφόν του πρίγκηπα ̓Ανδρέαν, εἴτε διὰ ἀστειότητα, εἴτε καὶ ἐν θυμῷ, ὅστις ὅμως δὲν διαρκεῖ συνήθως ἢ ἐπ ̓ ἐλάχιστον. (Παναγιώτης Γεωργίου Δαγκλής, Στρατηγού Π.Γ. Δαγκλή αναμνήσεις, έγγραφα, αλληλογραφία, το αρχείον του, Βιβλιοπωλείο Ε. Γ. Βαγιωνάκη, 1965
Ετυμολογία
μούντζωμα < μουντζώνω < μούντζα + -ώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούντζωμα | μουντζώματα |
| Γενική | μουντζώματος | μουντζωμάτων |
| Αιτιατική | μούντζωμα | μουντζώματα |
| Κλητική | μούντζωμα | μουντζώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →