Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μούργα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το κατακάθι του λαδιού Βικιλεξικό
    • Εἶτα κατὰ Ὀκτώβριον, ἅμα ἤνοιγαν τὰ ἐλαιοτριβεῖα, ἔπαιρνεν ἕνα εἶδος πῆχυν, ἓν πενηντάρι ἐκ λευκοσιδήρου, μίαν στάμναν μικράν, κ᾽ ἐγύριζεν εἰς τὰ ποτόκια, ὅπου κατεστάλαζαν αἱ ὑποστάθμαι τοῦ ἐλαίου, κ᾽ ἐμάζωνε τὴν μούργα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Σταχομαζώχτρα)

Ετυμολογία

μούργα < λατινική amurga < αρχαία ελληνική ἀμόργη (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμούργαμούργες
Γενικήμούργας—
Αιτιατικήμούργαμούργες
Κλητικήμούργαμούργες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →