Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μούσι

/ˈmu.si/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κομμωτικήτο γένι που αφήνεται να αναπτυχθεί μόνο στο πηγούνι Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητα γένια σε ολόκληρο το πρόσωπο, η γενειάδα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάτο ψέμα Βικιλεξικό
    • άσε τα μούσια (σταμάτα τα ψέματα)

Ετυμολογία

μούσι < (άμεσο δάνειο) γαλλική mouche (θηλυκό) + -ι (ουδέτερο όπως το μουστάκι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμούσιμούσια
Γενικήμουσιούμουσιών
Αιτιατικήμούσιμούσια
Κλητικήμούσιμούσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →