μούσι
•
- κομμωτικήτο γένι που αφήνεται να αναπτυχθεί μόνο στο πηγούνι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητα γένια σε ολόκληρο το πρόσωπο, η γενειάδα Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο ψέμα Βικιλεξικό
- άσε τα μούσια (σταμάτα τα ψέματα)
Ετυμολογία
μούσι < (άμεσο δάνειο) γαλλική mouche (θηλυκό) + -ι (ουδέτερο όπως το μουστάκι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούσι | μούσια |
| Γενική | μουσιού | μουσιών |
| Αιτιατική | μούσι | μούσια |
| Κλητική | μούσι | μούσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →