μούσκεμα
•
- η τοποθέτηση ρούχων σε νερό ώστε να μουλιάσουν Βικιλεξικό
- είναι απαραίτητο το μούσκεμα των ρούχων πριν το πλύσιμο στο χέρι
- άλλες μορφές: μούσκιο
- οικείομεθυσμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μούσκεμα < μουσκεύω + -μα < μεσαιωνική ελληνική μουσκεύω / μοσκεύω < ελληνιστική κοινή μοσχεύω < μόσχος (βλαστάρι) < αρχαία ελληνική μόσχος (μοσχάρι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούσκεμα | μουσκέματα |
| Γενική | μουσκέματος | μουσκεμάτων |
| Αιτιατική | μούσκεμα | μουσκέματα |
| Κλητική | μούσκεμα | μουσκέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →