μούσκιο
•
- η τοποθέτηση αντικειμένων σε νερό για κάποιο χρονικό διάστημα ώστε να ποτιστούν από το νερό Βικιλεξικό
- βάζουμε για λίγο τα παξιμάδια στο μούσκιο ώστε να μαλακώσουν
- έβαζε πάντα τα ασπρόρουχα στο μούσκιο, για καμιά ώρα περίπου, και μετά τα έπλενε
Ετυμολογία
μούσκιο < μουσκ(εύω) + -ιο (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούσκιο | μούσκια |
| Γενική | μούσκιου | μούσκιων |
| Αιτιατική | μούσκιο | μούσκια |
| Κλητική | μούσκιο | μούσκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →