μούφα
•
- υδραυλικό σωληνοειδές εξάρτημα το οποίο περιέχει, εσωτερικά, και στα δύο άκρα βόλτες και χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο σωλήνες που περιέχουν εξωτερικές βόλτες στα άκρα τους Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο ψέμα, το παραμύθι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μούφα < ίσως (άμεσο δάνειο) αγγλική muff ή (άμεσο δάνειο) γαλλική mouffle + -α κατά το βάνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μούφα | μούφες |
| Γενική | μούφας | — |
| Αιτιατική | μούφα | μούφες |
| Κλητική | μούφα | μούφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →