μπάλα
•
- σφαιροειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια και αθλοπαιδιές Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε αντικείμενο με σφαιρικό σχήμα Βικιλεξικό
- το ποδόσφαιρο Βικιλεξικό
- δεμένη μεγάλη ποσότητα υλικού, παραλληλεπιπέδου ή κυλινδρικής μορφής, δεμάτι Βικιλεξικό
- χριστουγεννιάτικο στολίδι δένδρου σε σχήμα μπάλας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπάλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπάλα, πάλα με [b] < [p] από την αιτιατική: την πάλα< (αναδανεισμός) βενετική bala (< σύγχρονη ιταλική palla) < (…) < μεσαιωνική λατινική bala, pala < πρωτογερμανική *balluz / *ballô (μπάλα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰoln- (φουσκάλα) < *bʰel- (φυσώ, φουσκώνω, διογκώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπάλα | μπάλες |
| Γενική | μπάλας | — |
| Αιτιατική | μπάλα | μπάλες |
| Κλητική | μπάλα | μπάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →