Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάμπαλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κουρέλι Βικιλεξικό
  2. κομματάκι από σχισμένο ξύλο με αιχμηρές άκρες Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάανόητος άνθρωπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπάμπαλο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπάμπαλομπάμπαλα
Γενικήμπάμπαλουμπάμπαλων
Αιτιατικήμπάμπαλομπάμπαλα
Κλητικήμπάμπαλομπάμπαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →