μπάμπαλο
•
- κουρέλι Βικιλεξικό
- κομματάκι από σχισμένο ξύλο με αιχμηρές άκρες Βικιλεξικό
- μεταφορικάανόητος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπάμπαλο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπάμπαλο | μπάμπαλα |
| Γενική | μπάμπαλου | μπάμπαλων |
| Αιτιατική | μπάμπαλο | μπάμπαλα |
| Κλητική | μπάμπαλο | μπάμπαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →