Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάμπω

/ˈba.bo/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποηλικιωμένη γυναίκα Βικιλεξικό
  2. λαογραφίαπαραδοσιακό χριστουγεννιάτικο έδεσμα της Θράκης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπάμπω < (άμεσο δάνειο) σλαβικής προέλευσης бабо, κλητική τού баба < πρωτοσλαβική *baba (νηπιακή λέξη) + -ω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπάμπω—
Γενικήμπάμπως—
Αιτιατικήμπάμπω—
Κλητικήμπάμπω—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →