Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάρεμ

επίρρημα
•
  1. τουλάχιστον Βικιλεξικό
    • «- Βρέ! τί κάνετε σεῖς;... Θὰ σηκώσετε τὸν κόσμο στὸ ποδάρι... Μήγαρίς μας ἀφήνετε, μπάρεμ, νὰ πάρουμ' ἕνα ὕπνο ἀπ' τὶς φωνές σας;» Παπαδιαμάντης «Η φόνισσα» κεφ. Ζ

Ετυμολογία

μπάρεμ < τουρκική barı και κτητ. επίθετο -im

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →