Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπάρμπας

/ˈbaɾ.bas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θείος Βικιλεξικό
  2. άντρας σχετικά προχωρημένης ηλικίας Βικιλεξικό
    • Ο μπάρμπας έσυρε αργά τα πόδια του προς την παρέα στο βάθος. Έμοιαζε σαν να τον τραβούσε μια αόρατη ρυμούλκα με συρματόσχοινο (Κώστας Μουζουράκης, Φίδια στο Σκορπιό, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • «Τζακπότ έχει σήμερα, μπάρμπα ! Πού ξέρεις ποιός είναι ο τυχερός. Μπορεί να 'σαι εσύ», τον πλησίασε ένας λαχειοπώλης. Ο Θεόφιλος του έγνεψε αρνητικά. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος, 2005)

Ετυμολογία

μπάρμπας < (άμεσο δάνειο) βενετική barba

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπάρμπαςμπαρμπάδες
Γενικήμπάρμπαμπαρμπάδων
Αιτιατικήμπάρμπαμπαρμπάδες
Κλητικήμπάρμπαμπαρμπάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →