μπάρμπας
•
- θείος Βικιλεξικό
- άντρας σχετικά προχωρημένης ηλικίας Βικιλεξικό
- Ο μπάρμπας έσυρε αργά τα πόδια του προς την παρέα στο βάθος. Έμοιαζε σαν να τον τραβούσε μια αόρατη ρυμούλκα με συρματόσχοινο (Κώστας Μουζουράκης, Φίδια στο Σκορπιό, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- «Τζακπότ έχει σήμερα, μπάρμπα ! Πού ξέρεις ποιός είναι ο τυχερός. Μπορεί να 'σαι εσύ», τον πλησίασε ένας λαχειοπώλης. Ο Θεόφιλος του έγνεψε αρνητικά. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος, 2005)
Ετυμολογία
μπάρμπας < (άμεσο δάνειο) βενετική barba
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπάρμπας | μπαρμπάδες |
| Γενική | μπάρμπα | μπαρμπάδων |
| Αιτιατική | μπάρμπα | μπαρμπάδες |
| Κλητική | μπάρμπα | μπαρμπάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →