μπάστακας
•
- παρωχημένοπέτρα ή άλλο σταθερό σημάδι που χρησιμοποιείται σαν βάση σε παιχνίδια με μπίλιες ή στις αμάδες Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν κάνει τίποτε εκτός από το να στέκεται όρθιος και ακίνητος, παρεμποδίζοντας ή ενοχλώντας απλώς με τη στάση του, ενοχλητικός Βικιλεξικό
- Έχει στηθεί μπάστακας στην αυλόπορτα και δε λέει να το κουνήσει. (Διονύσης Χαριτόπουλος (1976) Δανεικιά γραβάτα [διηγήματα])
- Κλείνω την πόρτα και στέκομαι μπροστά του μπάστακας. (Κώστας Ακρίβος, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
Ετυμολογία
μπάστακας < άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν (άμεσο δάνειο) τουρκική baştaki («αρχικός, πρώτος») < τουρκική baş (κεφάλι, κορυφή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπάστακας | μπάστακες |
| Γενική | μπάστακα | — |
| Αιτιατική | μπάστακα | μπάστακες |
| Κλητική | μπάστακα | μπάστακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →