μπέζα
•
- ναυτικός όροςσύνδεσμος που χρησιμοποιείται για το κόντεμα σχοινιών χωρίς να κοπούν ή να λυθούν οι άκρες τους από τα σημεία που είναι δεμένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπέζα < τουρκική bez
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπέζα | μπέζες |
| Γενική | μπέζας | μπεζών |
| Αιτιατική | μπέζα | μπέζες |
| Κλητική | μπέζα | μπέζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →