μπέικος
•
- που αναφέρεται ή ταιριάζει στον μπέη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπέικος < μπέης +-ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπέικος | μπέικη | μπέικο |
| Γενική | μπέικου | μπέικης | μπέικου |
| Αιτιατική | μπέικο | μπέικη | μπέικο |
| Κλητική | μπέικε | μπέικη | μπέικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπέικοι | μπέικες | μπέικα |
| Γενική | μπέικων | μπέικων | μπέικων |
| Αιτιατική | μπέικους | μπέικες | μπέικα |
| Κλητική | μπέικοι | μπέικες | μπέικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →