μπέλος
•
- ιδιωματικόλευκός, άσπρος Βικιλεξικό
- Κάτω 'κεί στην ποταμιά / έβοσκαν καμπόσα αρνιά. / Άλλα μπέλα κι άλλα ρούσα, / κάθομαν και τα κοιτούσα. (Αποκριάτικο δημοτικό τραγούδι της Δυτ. Μακεδονίας)
Ετυμολογία
μπέλος < σλαβικής προέλευσης бела/bela (= λευκή) < πρωτοσλαβική *bělъ (λευκός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰēlHs (λευκός) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπέλος | μπέλα | μπέλο |
| Γενική | μπέλου | μπέλας | μπέλου |
| Αιτιατική | μπέλο | μπέλα | μπέλο |
| Κλητική | μπέλε | μπέλα | μπέλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπέλοι | μπέλες | μπέλα |
| Γενική | μπέλων | μπέλων | μπέλων |
| Αιτιατική | μπέλους | μπέλες | μπέλα |
| Κλητική | μπέλοι | μπέλες | μπέλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →