μπέμπα
•
- θηλυκό του μπέμπης, το θηλυκό μωρό Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαϊδευτικό για τη γυναίκα Βικιλεξικό
- προφορικόαυτοκίνητο της γερμανικής μάρκας BMW Βικιλεξικό
- αφρικανική γλώσσα μπαντού που μιλιέται κυρίως στη Ζάμπια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπέμπα < μπέμπ(ης) + -α < (άμεσο δάνειο) αγγλική baby Δείτε και μπεμπέκα διαφορετικού ετύμου. : για το αυτοκίνητο < μπεμβέ < Μπε-Εμ-Βε < BMW
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →