μπέρτα
•
- ενδυμασίαγυναικείο φαρδύ πανωφόρι, χωρίς μανίκια Βικιλεξικό
- ειδικότεραπαρόμοιο ρούχο από πιο ελαφρύ υλικό → χρειάζεται παράθεμα Βικιλεξικό
- Μια μπέρτα ρίχνουν στους ώμους τους πελάτισσες των κομμωτηρίων και οι πελάτες των κουρείων.
Ετυμολογία
μπέρτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική berta < γαλλική berthe (ελαφρό πέπλο λαιμού) < γερμανική Bertha, το όνομα της μητέρας τού Καρλομάγνου που το φορούσε
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπέρτα | μπέρτες |
| Γενική | μπέρτας | — |
| Αιτιατική | μπέρτα | μπέρτες |
| Κλητική | μπέρτα | μπέρτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →