μπήγω
•
- βάζω κάτι μακρύ και μυτερό μέσα σε άλλο ασκώντας πίεση Βικιλεξικό
- οικείοαρχίζω και μάλιστα σε υπερβολικό βαθμό, βάζω (μεταφορικά), πατάω (μεταφορικά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπήγω < μεσαιωνική ελληνική μπήγω < αρχαία ελληνική ἐμπήγνυμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπήγω | μπήγεις | μπήγει | μπήγουμε | μπήγετε | μπήγουν / μπήγουνε |
| Παρατατικός | έμπηγα | έμπηγες | έμπηγε | μπήγαμε | μπήγατε | έμπηγαν / μπήγαν / μπήγανε |
| Αόριστος | έμπηξα | έμπηξες | έμπηξε | μπήξαμε | μπήξατε | έμπηξαν / μπήξαν / μπήξανε |
| Μέλλοντας | θα μπήγω / θα μπήξω | θα μπήγεις / θα μπήξεις | θα μπήγει / θα μπήξει | θα μπήγουμε / θα μπήξουμε | θα μπήγετε / θα μπήξετε | θα μπήγουν / θα μπήγουνε / θα μπήξουν / θα μπήξουνε |
| Παρακείμενος | έχω μπήξει | έχεις μπήξει | έχει μπήξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπήξει | είχες μπήξει | είχε μπήξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπήξει / να μπήγω / να μπήξω | να έχεις μπήξει / να μπήγεις / να μπήξεις | να έχει μπήξει / να μπήγει / να μπήξει | να μπήγουμε / να μπήξουμε | να μπήγετε / να μπήξετε | να μπήγουν / να μπήγουνε / να μπήξουν / να μπήξουνε |
| Προστακτική | — | έχε μπηγμένο / μπήγε / μπήξε | — | — | μπήγετε / μπήξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →